Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Από το τραύμα της συνεξάρτησης, στην θεραπεία της πληγωμένης αγάπης

Όλοι μας είμαστε απόγονοι «τεμαχισμένων» ανθρώπων (δηλαδή γονέων που μεγάλωσαν μέσα από μια διαστρεβλωμένη έννοια & εικόνα αγάπης από τους δικούς τους γονείς).
Κυρίως, γι’ αυτό τον λόγο, μαθαίνουμε συνήθως ποιοί «είμαστε» μέσα από τον προβληματικό τρόπο που διαπραγματευόμαστε τις σχέσεις μας με τους άλλους, μέσα από τις συγκεχυμένες κι αδιόρατες συναισθηματικές μας εκδηλώσεις και συμπεριφορές.
Στα πρώτα παιδικά μας χρόνια ο ψυχικός οργανισμός δομείται με βάση τις εξωτερικές εικόνες των αγαπημένων & αναγκαίων για την επιβίωση μας προσώπων (γονείς – κηδεμόνες), τα οποία εσωτερικεύουμε, δηλαδή υιοθετούμε τα χαρακτηριστικά, τις στάσεις και τις συμπεριφορές αυτών των προσώπων, ταυτιζόμενοι μαζί τους.
Στηριζόμενος λοιπόν σ’ αυτήν την διαδικασία εσωτερίκευσης του άλλου, ο αναπτυσσόμενος ψυχικός οργανισμός χτίζει αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «προσωπικότητα», ή αλλιώς «εγώ».
Μ’ αυτή την «εγωϊκή» δομή συνήθως τείνουμε να ταυτιζόμαστε για τα υπόλοιπα χρόνια της «ενήλικής» μας ζωής.
Αυτό το ατομικό μας «εγώ», διαμορφώθηκε στη βάση συγκεκριμένων προσώπων (μαμά, μπαμπάς, γιαγιά, παππούς, κ.λ.π.), τα οποία, με τη σειρά τους, «κουβαλάνε»  εύθραυστα, τεμαχισμένα, τραυματισμένα, ασθενή, κι ανολοκλήρωτα «Εγώ», κληρονομιά κι αυτά από σημαντικά πρόσωπα προηγούμενων γενεών, κ.ο.κ.
Έτσι, κι εμείς, απόγονοι των παραπάνω «τεμαχισμένων» ανθρώπων, συνήθως βιώνουμε την προσωπικότητά μας μέσα από τον προβληματικό τρόπο που σχετιζόμαστε με τους άλλους, μέσα από τις εκφράσεις των συναισθημάτων & των συμπεριφορών μας.
Βιώνουμε δηλαδή το «εγώ» μας ως μια αλλοπρόσαλλη και ασταθή οντότητα που μοιάζει, μέσα από τις ματαιώσεις που προκαλεί σε μας και τους άλλους, να είναι ατελής, τραυματισμένη, και διασπασμένη σε κομμάτια.
Η βαθιά αίσθηση της ψυχικής μας ανεπάρκειας μας οδηγεί σε συναισθηματική ευαλωτότητα, κρίσεις ενοχής, οργής, κι επιθετικότητας, που, κατά περίπτωση, στρέφεται εναντίον των ατόμων με τα οποία σχετιζόμαστε, ή εναντίον αυτού που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «εαυτό» μας.

Επειδή ακριβώς –και στον βαθμό που- ταυτιζόμαστε μ’ αυτήν την ελλειμματική ψυχική δομή (το «εγώ»), πολύ συχνά βιώνουμε συναισθήματα κενού, ματαίωσης, απουσίας νοήματος, έντονο ψυχικό και σωματικό πόνο, επίπονες εσωτερικές συγκρούσεις, κι αναποφασιστικότητα.

Βιώνουμε δηλαδή τελικά το «εγώ» μας ως μια «ακατάστατη» και ανώριμη οντότητα που μοιάζει να είναι ατελής, τραυματισμένη, και πολυδιασπασμένη.

Μια οντότητα που δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανή να κουμαντάρει με επιτυχία το πλήθος των ενδοψυχικών απαιτήσεων της καθημερινότητας, και αυτών που αφορούν τις σχέσεις μας με τους άλλους.
Αυτή η βαθιά πεποίθηση της ψυχικής μας αδυναμίας συνήθως μας οδηγεί σε συναισθηματική ευαλωτότητα, σε κρίσεις ενοχής, οργής, κι επιθετικότητας, που, κατά περίπτωση, στρέφονται εναντίον των ατόμων με τα οποία σχετιζόμαστε, ή εναντίον αυτού που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «εαυτό» μας.
Εύλογα κάποιος μπορεί να συμπεράνει σ’ αυτό το σημείο, ότι μια τέτοια ψυχική αναστάτωση έχει σαν λογικό επακόλουθο ο άνθρωπος που την βιώνει να μην μπορεί ούτε να δώσει, αλλά ούτε και να πάρει αγάπη.
Πράγματι, η ίδια η αίσθηση τις προσωπικής μας ανεπάρκειας –την οποία όπως είπαμε την βιώνουμε ως αποτέλεσμα της ταύτισής μας με ένα ελλειμματικό κι ανώριμο «εγώ»- είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την αδυναμία μας να δεχτούμε την αγάπη, και στην συνέχεια να την προσφέρουμε στους άλλους!
Κι ο λόγος είναι ότι, κατ’ αρχάς, η ίδια η παθολογική ψυχική κατασκευή (το «εγώ»), με την οποία έχουμε ταυτιστεί, υπάρχει ως αποτέλεσμα της πλήρους, ή της μερικής απουσίας της άνευ όρων αγάπης!
Αυτό το παραμορφωμένο και –στην καλύτερη περίπτωση- ελλιπέστατο "κατασκευαστικό" υλικό, η μαμά και ο μπαμπάς το ονομάσανε «γονεϊκή αγάπη», μας το προσφέρανε, κι εμείς –ως παιδιά- το δεχτήκαμε επειδή το χρειαζόμασταν τότε κατεπειγόντως αφού σ’ αυτό έπρεπε να στηρίξουμε την σωματική & ψυχική μας αυτο-οργάνωση.
Αυτό όμως που, στην πραγματικότητα, χρειαζόμασταν ως βρέφη και παιδιά, και φυσικά τώρα, ως ενήλικες, είναι αυτό που δεν λάβαμε ποτέ: 

την αγάπη στην αυτούσια, ανόθευτη κι ολοκληρωμένη της μορφή, όχι στην μεταλλαγμένη, κακέκτυπη και κακοποιητική της διάσταση.
Κατά δεύτερο λόγο, το γεγονός ότι βιώνουμε στη ζωή μας την αδιάσειστη πεποίθηση της ανεπάρκειας του «εγώ» να αγαπήσει και να αγαπηθεί, ως δική μας, προσωπική ανεπάρκεια και αδυναμία, έχει ως αποτέλεσμα να μοιάζει στα μάτια μας οποιαδήποτε πρόθεση και πρόταση για  προσφορά αγάπης, ως άκρως επίφοβη & απειλητική.
Αφού η «αγάπη» έχει βιωθεί, στην καλύτερη περίπτωση, ως «υπό όρους ανταλλαγή» (π.χ. θα σ’ αγαπώ μόνο εάν μου κάνεις τα χατίρια, αν είσαι καλό παιδί, κ.ο.κ.).
Στην χειρότερη περίπτωση, ως επιθετική ενέργεια εναντίον μας (π.χ. θα φας ξύλο, πλήγωσες την μητέρα σου που σ’ αγαπάει τόσο πολύ..., κ.ο.κ).
Δηλαδή, ουσιαστικά γαλουχούμαστε από τα πρώτα μας κιόλας βήματα σ’ αυτόν τον κόσμο στον «φόβο της αγάπης»...

Υπό αυτήν την έννοια, τίποτα δεν μας τρομάζει περισσότερο από την πιθανότητα να αγαπηθούμε!...
Απ’ την μια, κανείς μας δεν θέλει να κακοποιηθεί, ή να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο μια στενής σχέσης, με το πρόσχημα της «αγάπης».
Κι απ’ την άλλη πάλι, ταυτιζόμενοι με μια τόσο ανεπαρκή και διαστρεβλωμένη προσωπικότητα, το «εγώ», είναι πάρα πολύ δύσκολο στο βάθος της συνείδησής μας να δεχτούμε ότι αξίζουμε κάποιος να μας αγαπήσει γι’ αυτό που –νομίζουμε ότι- είμαστε.
Ο «φόβος της αγάπης» μπορεί να αμβλυνθεί και, τέλος, να καταλυθεί μόνο εφόσον το υγιές κομμάτι ενός ανθρώπου επιθυμήσει πάρα πολύ να ταυτιστεί, να ενωθεί με την ισχυρή και υγιή εκείνη ψυχική οργανωτική αρχή που είναι συνώνυμη της αυθεντικής εκδοχής της αγάπης (δηλ. της ανιδιοτελούς και άνευ όρων προσφοράς προς κάθε πρόσωπο).

Σ’ αυτήν την περίπτωση, και στον βαθμό που επιτυγχάνεται η νέα αυτή ταύτιση («νέος άνθρωπος»), το άτομο σταδιακά αποταυτίζεται από το πιο ανεπαρκές κομμάτι του εαυτού του.

Αυτό συμβαίνει, επειδή ο άνθρωπος αρχίζει να θυμάται και να συνειδητοποιεί –εμπειρικά, κι όχι θεωρητικά!- την ενότητά του με την πηγή της αυθεντικής αγάπης.

Η παραπάνω εσωτερική οργανωτική αρχή στην οποία στοχεύουμε είναι, για μας τους χριστιανούς, ο Ιησούς Χριστός.

Ο εσωτερικός μας πόθος για πλήρη ένωσή μας με τον Χριστό καθρεφτίζει την βαθιά, πρωταρχική, και ειλικρινή επιθυμία της ψυχής να συνδεθεί άρρηκτα και μόνιμα με εκείνο το ένα και απόλυτο, που εκφράζει την θεραπεία μας από την αρρώστια της διαστρέβλωσης και του κατακερματισμού.
Η ένωσή μας μ’ αυτό, το οποίο αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού-, εξαιτίας της ενοποιημένης και αυθεντικής του φύσης, σπάει τον φαύλο κύκλο του οικείου σχήματος: 

«υπό όρους αγάπη → αίσθηση ελλειμματικότητας → φόβος, ενοχή → επιθετικότητα στον εαυτό και τους άλλους → αίσθηση δυστυχίας».

Μ’ αυτόν τον τρόπο αποκαθίσταται μέσα μας η έννοια της αυθεντικής αγάπης, με βιωματικό πια τρόπο.

Ταυτόχρονα, βιώνουμε ψυχική πληρότητα κι ολοκλήρωση, αφού έχουμε αγγίξει το ψυχικό μας ζητούμενο, τον «εσωτερικό μας ουρανό», την αποκατάσταση της χαμένης ψυχοπνευματικής μας ενότητας.

Ως αποτέλεσμα αυτής της βιωμένης πια πραγματικότητας, ο άνθρωπος ζει μια πρωτόγνωρη  αίσθηση ψυχικής επάρκειας.

Δεν χρειάζεται πια στον ίδιο βαθμό την «ασπίδα» του φόβου -και τα παράγωγά του, (δηλ. την αυτομομφή, την αμφιβολία, την δυσπιστία, την οργή και την επιθετικότητα)-, για να «επιβιώσει» σ’ έναν «απειλητικό» εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο.

Η εμπειρία αυτής της κατάστασης ενότητας, του μέχρι πρότινος διασπασμένου εαυτού, δημιουργεί στο «νέο άνθρωπο» ένα βαθύ αίσθημα ολοκληρωμένης εσωτερικής ασφάλειας.

Ο αναγεννημένος άνθρωπος θέλει –και είναι σε θέση πια- να γίνει όχι μόνο κοινωνός, αλλά και γενναιόδωρος χορηγός αυτής της αγάπης σε όσους την χρειάζονται, αφού τώρα, ταυτισμένος με την πηγή της αλήθειας, είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει ότι αυτή η «νέα» ψυχο-πνευματική του κατάσταση είναι η πρωτογενής κι αυθεντική του φύση:

η επάρκεια, η ενότητα, η προσφορά που δεν ζητά «τα της εαυτής».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου