Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ενοριακές παρέες και γνωσιολογία: Αυτοαποκάλυψη και Θεοαποκάλυψη

Πόσο απελπιστικά άδειο με αφήνουν οι διανοητικές, και οι θεολογίζουσες συζητήσεις…
Όταν σκέφτομαι «ενοριακές παρέες», το μυαλό μου φαντάζεται κοινότητες που ο άνθρωποι ανοίγουν τις καρδιές τους αυθόρμητα, φέρνουν, με εμπιστοσύνη, παραδείγματα από την προσωπική τους ζωή, στοχεύουν εμπρόθετα να εκθέσουν τον εαυτό τους προς τα έξω για να ωφελήσουν και –κοινωνούμενοι- να ωφεληθούν.
Να αναδείξουν στιγμές της σχεσιακής τους μικρότητας, της ανάγκης τους, της α-σθένειάς τους, των κρυφών τους πόθων & πληγών.
Κάτι, να πούμε, σαν την –θαυμάσια για μένα- δημόσια εγκάρδια εξομολόγηση των πρώτων χριστιανικών χρόνων.
Δεν έχει μες την δική μου αντίληψη νόημα αυτό που διαπίστωσα πως συνήθως γίνεται: κατά τ’ άλλα έγκριτοι & γνωσιακά καλλιεργημένοι χριστιανοί συζητούν -με την πολύτιμη βοήθεια του ιερέα- πτυχές του πνεύματος της εκάστοτε ευαγγελικής περικοπής, αναζητώντας επιχειρήματα που στηρίζουν διανοητικά τις υπό συζήτηση πλευρές.
Όποτε κάποιος δοκιμάσει να στρέψει την συζήτηση στην διαπροσωπική πραγματικότητα –την μόνη για μένα πραγματικότητα που χρειάζεται να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας σ’ αυτόν τον χώρο- εκθέτοντας ο ίδιος πτυχές της προσωπικής του ζωής κι ανεπάρκειας, νιώθει ακαριαία να τον πνίγει η αμηχανία των «άμεπτων» άλλων…
Σα να λέει κάτι απαγορευμένο κι αποπροσανατολιστικό για την «ιερά» στοχευμένη κουβέντα… Λες και στην όποια θεολογική συζήτηση δεν χωράει ο τρόπος που ο καθένας μας χωριστά βιώνει την σχέση του με τον Θεό.
Λες και η αναζήτηση του Θεού είναι άσχετη με τον εάν και το πώς συναντά ο καθένας μας αυτόν τον Θεό μέσα στις σχέσεις του με τους άλλους! Μέσα στις προβληματικές πλευρές του εαυτού του που αναπόφευκτα τις συναντά και τις αντιμετωπίζει στις καθημερινές του σχέσεις.
Λες και το πνεύμα του ευαγγελίου μπορεί να διευκρινιστεί και να το κοινωνήσουμε σ’ ένα περιβάλλον συζήτησης στείρα γνωσιολογικό, αποστειρωμένα «θεολογικό». Σ ένα περιβάλλον που η ψυχολογία, ως οπτική που φωτίζει τους τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος εμπειρικά βιώνει τον εαυτό του στις ζωντανές του σχέσεις, περιθωριοποιείται ως περιττή και κίβδηλη, η –στην καλύτερη- περιοριστική θέαση του κόσμου.
Προσωπικά, έχω διαμετρικά αντίθετη θέαση και θέση.
Ο αυθεντικά ψυχολογικός και υπαρξιακά αυτό-αποκαλυπτικός λόγος είναι, κατ’ εμέ, εξαιρετικό εργαλείο σε μια συζήτηση με επίκεντρο τον άνθρωπο, όπως είναι στο βάθος της κάθε ουσιαστική θεολογική τέτοια.
Αυτός ο λόγος που έχει ως αντικείμενο και στόχο του την ανθρώπινη διάδραση, διευκρινίζει με ευθύτητα, ξεσκεπάζοντας εύστοχα τα μεγάλα «αγκάθια» κάθε αληθινού ανθρωπολογικού διαλόγου, δηλαδή την υποκρισία, την τακτική εξολόθρευσης κάθε ζωντανού, που λέγεται διανοητική επιχειρηματολογία, και την προαγωγή της γνώσης ως ανεξάρτητης από την βιωμένη κι εμπεριστατωμένη προσωπική διάδραση, σχέση κι εμπειρία.
Όταν ο παραπάνω λόγος αποκλείεται από μια συζήτηση που υποτίθεται ότι σκοπεύει να αναδείξει τον μεγαλύτερο υπαρξιακό «καημό» του ανθρώπου, την σχέση του με τον θεό, τότε, για μένα, η συζήτηση καταντάει ανιαρή, ρηχή, άστοχη. Κι εμείς που συνηγορούμε σε αυτό, σοβαροφανείς, φαιδροί, συνυπεύθυνοι για την υπαρξιακό μας μηρυκασμό και την ψυχική μας στασιμότητα. 

Διαβάστε στο link: http://www.aftognosia.gr/2010-07-20-21-40-13/116-apo-ton-fovo-toy-fovou-stin-apodohi-tis-agapis-kai-tin-eleftheria.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου